Archive for the ‘Βιβλιομανία’ Category

Σαουλίκο ήταν το όνομα μίας παραλιακής ταβέρνας λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, πήγαινε κάθε Κυριακή (καθώς η αργία του Σαββάτου είχε καταργηθεί με νόμο του 1924 ως εβραϊκή), ο Ρόμπυ Βαρσάνο, με συγγενείς και φίλους. Πήγαιναν ν’ ακούσουν τη θρυλική Βέμπο, που τους άρεζε πολύ.

Σαουλίκο είναι και το όνομα του βιβλίου των Πάνου Μπαΐλη και Σάμμυ Βαρσάνο (εκδ. Ισνάφι, 2012), ενός μυθιστορήματος βασισμένου σε δύο πραγματικές ιστορίες. Πρόκειται, όπως αναφέρει στον πρόλογο ο δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Θεσσαλονίκης Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, για μία αυτοβιογραφική αφήγηση πολέμου του Ρόμπυ Βαρσάνο, για τον «Εβραίο με αριθμό στο αριστερό μπράτσο 115365».

Ελευθερία είναι το όνομα μίας κεντρικής πλατείας στη Θεσσαλονίκη, όπου ο Ρόμπυ είδε το 1942 όλους τους συγγενείς και φίλους να καταγράφονται σε λίστες ως φορείς μιας … αρχαίας αρρώστιας. Στην ίδια πλατεία, το 1957 αναγνώρισε τυχαία μέσα στο πλήθος τον «διαβολικό Μαξ», τον άνθρωπο που εφάρμοσε την «τελική λύση» σε όσους είχαν το στίγμα αυτής της αρρώστιας στη Θεσσαλονίκη.

Ο Ρόμπυ φώναξε την αστυνομία για να τον συλλάβει, όπως κι έγινε. Όμως η Γερμανία δεν θα δεχόταν τους Έλληνες μετανάστες και δεν θα έδινε ένα δάνειο πολλών εκατομμυρίων αν δεν τον άφηναν ελεύθερο. Αλλά και η αγαπημένη του πόλη, η Θεσσαλονίκη, είχε πολλούς παρακρατικούς, καταδότες, εκβιαστές, μαυραγορίτες, παλικαράδες και άλλους, που είχαν κερδίσει πολλά ως συνεργάτες των ναζί.

Ο Ρόμπυ είχε χιλιάδες ιστορίες να διηγηθεί στους συμπολίτες του για όσους είδε να χάνονται στο Άουσβιτς. Αλλά το Σαουλίκο είχε εξαφανιστεί μαζί με τους θαμώνες του. Είχε μείνει μόνος με τον αριθμό 115.365, που δεν θα σβηνόταν ποτέ από το αριστερό του μπράτσο.

Το Σαουλίκο, όπως αναφέρει στον πρόλογο ο κ. Μηταφίδης, στέλνει ένα οικουμενικό μήνυμα, πως η απόκρισή μας στην εναγώνια «κραυγή για το αύριο» των νεκρών ή επιζώντων του Ολοκαυτώματος και των ποικίλων θυμάτων του ρατσισμού πρέπει να είναι η αποκατάσταση των ιστορικών αδικιών, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η καταπολέμηση των ανισοτήτων και διακρίσεων.

Ή, όπως το θέτουν οι συγγραφείς, σ’ ένα εμβληματικό απόσπασμα του βιβλίου: «Αλήθεια, είχαν πατρίδα οι κολασμένοι; Και ποια ήταν αυτή; Η Θεσσαλονίκη, τα Ιεροσόλυμα, η Πολωνία; Για τον Ρόμπυ, η πατρίδα του ήταν η Θεσσαλονίκη, μα για τον αδελφό του, τους γονείς του, τους θείους του, τους φίλους του- κοντά τριάντα ψυχές- η πατρίδα, η παντοτινή τους πατρίδα, ήταν το Άουσβιτς. Ο ουρανός του Άουσβιτς και όχι η γη του. Στον ουρανό, εκεί ήταν η πατρίδα τους. Μόνο που δεν ήξερε, όταν φυσάει ο αέρας, αέρας δυνατός και μετακινείται από χώρα σε χώρα, δεν ήξερε για πού ταξίδευε η πατρίδα των δικών του. Αέρας είναι, όπου θέλει σε πάει. Μπορεί να ανακατευόταν με τον δικό τους Βαρδάρη και να τους έφερνε ως τη Θεσσαλονίκη. Όλα γίνονται σ’ αυτή τη ζωή. Θα ήταν πολύ ωραίο, οι πατρίδες να μετακινούνται με τον αέρα και να ανακατεύονται. Να ανακατεύονται οι άνθρωποι πριν προλάβουν να ριζώσουν για να μην έρχονται οι άλλοι να τους ξεριζώνουν. Μακάρι να ήταν αέρας οι πατρίδες. Μα δεν ήταν και δεν είναι».

  ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αναρωτηθήκατε ποτέ τι θα είχατε να κερδίσετε από μια συγκεκριμένη συγγένεια με κάποιον στην Κορώνη; Ναι, στη μεσσηνιακή κωμόπολη αναφέρεται η παροιμία, καμία αναφορά σε βασιλικά στέμματα. Ξέρετε ποια είναι η Μαριορή που της λείπει ο φερετζές;
Οι παροιμίες και οι φράσεις που χαριτωμένα αποκαλούμε «λαϊκή θυμοσοφία» έχουν -σχεδόν όλες- μια μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία πίσω τους. Και, αντίθετα με ό,τι φαντάζεστε, οι ιστορίες αυτές δεν έχουν χαθεί στη λήθη του χρόνου. Για του λόγου το αληθές, ιδού μερικές από τις πιο
ενδιαφέρουσες.

Έχεις μπάρμπα στην Κορώνη
Το πατροπαράδοτο «ρουσφέτι» κρατά από την εποχή της Τουρκοκρατίας, όταν γενικός διοικητής του Μοριά ήταν ο πασάς της Τριπολιτσάς. Όλοι οι τοπικοί διοικητές, οι μπέηδες των άλλων πόλεων της Πελοποννήσου, υπάγονταν σε αυτόν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσε ο μπέης της Κορώνης, ο οποίος κατά την παράδοση ήταν στενός συγγενής του Σουλτάνου. Έτσι, οποιοσδήποτε συγγένευε με έναν Κορωναίο προύχοντα, μπορούσε να του ζητήσει να μεσολαβήσει στον μπέη της Κορώνης, για να διευθετηθεί το ζήτημά του. Εκείνος με τη σειρά του θα απευθυνόταν στον πασά της Τριπολιτσάς, και το θέμα θα έπαιρνε τον δρόμο του.

Όλα τα ‘χε η Μαριορή, ο φερετζές τής έλειπε
Η παροιμία, αυτούσια, είναι η απάντηση που έδωσε ο Ιωάννης Κωλέττης όταν, σε μιαν από τις δεξιώσεις του Αντιβασιλιά, την εποχή του Όθωνα στην Αθήνα, κλήθηκε να σχολιάσει τη στυλιστική επιλογή του αραχνοΰφαντου μαύρου βέλου της χήρας πλην τακτικής θαμώνος των κοσμικών συγκεντρώσεων Μαριορής – Ζαφειρίτσας Κοντολέοντος. Οι ελάχιστες κοσμικές δεξιώσεις εκείνη την εποχή δεν γίνονταν σε αυτό που λέμε «κλειστούς κύκλους», καθότι στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν υπήρχαν διακριτά διαμορφωμένες τάξεις -πράγμα που σημαίνει ότι τόσο οι ατυχείς στυλιστικές επιλογές όσο και τα καυστικά σχόλια έδιναν κι έπαιρναν.

Φάτε μάτια ψάρια

ΟΙ ΡΙΖΕΣ της παροιμίας βρίσκονται στην Τουρκοκρατία, και συγκεκριμένα στην περίοδο που ο Αλή Πασάς κυβερνούσε στα Γιάννενα. Ο δυσβάσταχτος φόρος που καλούνταν τότε να πληρώσουν οι ψαράδες της λίμνης ανερχόταν στο ένα γρόσι για κάθε οκά ψαριών και χελιών, και οι φοροφυγάδες τιμωρούνταν με κατάσχεση ολόκληρης της ψαριάς. Η φράση «φάτε μάτια ψάρια» αποδίδεται σε ψαρά που είδε τους κόπους μιας ολόκληρης νύχτας να πηγαίνουν χαμένοι, στα χέρια των φοροεισπρακτόρων του Αλή Πασά, ένα πρωί που βγήκε στη στεριά.

Έβαλε τα ρούχα του αλλιώς…
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Κωλέττης συμπρωταγωνιστεί στη δημιουργία και αυτής της παροιμίας. Βρισκόμαστε και πάλι στην ίδια εποχή, αυτήν τη φορά όχι σε κάποια λαμπερή δεξίωση, αλλά στους δρόμους της Αθήνας, όπου ο μποέμ της εποχής, Μανώλης Μπατίνος, ρητορεύει, φιλοσοφεί, συνθέτει ποιήματα και τα απαγγέλλει στους περαστικούς. Κάποια στιγμή, συναντά στον δρόμο τον Κωλέττη, τον ρωτά αν έχει το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη Βουλή, κι εκείνος του απαντά πως θα του έδινε ευχαρίστως άδεια αν άλλαζε τα βρόμικα και φθαρμένα ρούχα του. Την επόμενη ημέρα, οι περαστικοί απόλαυσαν τον Μπατίνο στο ίδιο γνωστό σημείο να φορά τα ρούχα του από την ανάποδη και να απαγγέλλει τους εξής στίχους: «Άλλαξε η Αθήνα όψη/ σαν μαχαίρι δίχως κόψη/ πήρε κάτι από την Ευρώπη/ και ξεφούσκωσε σαν τόπι/ Άλλαξαν χαζοί και κούφοι/ Και μας κάναν κλωτσοσκούφι/ Άλλαξε κι ο Μανωλιός/ Κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς».

Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς
Η ΦΡΑΣΗ αποδίδεται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος την απηύθυνε στον παπα-Λευτέρη, έναν κληρικό που είχε απαρνηθεί τα κληρικά του καθήκοντα για να αφιερωθεί στον αγώνα της απελευθέρωσης. Ήταν ένα βράδυ που ο παπα-Λευτέρης, σύμφωνα με την ιστορία, έφτασε αργά και λαχανιασμένος στο προκαθορισμένο σημείο απ’ όπου θα ξεκινούσαν οι συναγωνιστές του για να στήσουν ενέδρα. Όταν ο Κολοκοτρώνης τον ρώτησε γιατί άργησε, εκείνος του απάντησε ότι καθώς περνούσε από το χωριό είδε τη «χήρα του κακομοίρη του Θανάση που σκοτώθηκε» να προσπαθεί να ζευγαρίσει το χωράφι της, τη λυπήθηκε και κάθισε να τη βοηθήσει. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς θα είσαι», πριν δώσει εντολή να ξεκινήσουν.

Μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε
«Σκυλόφραγκους» έλεγαν τρυφερά στην Πάτρα την εποχή της Φραγκοκρατίας τους κατακτητές. «Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε» ήταν, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η τελευταία φράση που ακούστηκε να λέει ο μυλωνάς Γιάννης Ζήσιμος, πριν βάλει φωτιά στον μύλο του -περιλαμβανομένων του σιταριού και των Φράγκων που ήταν μέσα- και εξαφανιστεί, εξοργισμένος από την απαίτηση των τελευταίων να τους αλέσει όλο το σιτάρι του και να πληρωθεί μόνο τα αλεστικά. Τους απάντησε πως δεν μπορούσε να αλέσει όλο το σιτάρι μόνος του, εκείνοι προθυμοποιήθηκαν να τον βοηθήσουν και τα υπόλοιπα τα είπαμε.

Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει

Ο Γιάννης της παροιμίας ήταν υπαρκτό πρόσωπο: Ο Γιάννης Θυμιούλας, ένα από τα παλληκάρια του Κολοκοτρώνη από την Τρίπολη, για τον οποίο ο θρύλος λέει πως ήταν δυο μέτρα σε ύψος, τεράστιος σε διαστάσεις και φόβος και τρόμος για τον εχθρό σε κάθε μάχη. Ο Θυμιούλας με πέντε αρματολούς κάποια στιγμή βρέθηκαν πολιορκημένοι στη σπηλιά ενός βουνού. Μετά από μια ηρωική έξοδο -σχεδόν επιχείρηση αυτοκτονίας- που τρόμαξε τους πολιορκητές, ο Θυμιούλας κατέβηκε στο κοντινότερο χωριό και, μέρες νηστικός, έσφαξε και σούβλισε τρία αρνιά, τα οποία έφαγε μόνος του. Στη συνέχεια παρήγγειλε ένα βαρέλι κρασί, λίγο πριν φτάσει -πάνω στην ώρα- και ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, που ρώτησε τον προεστό του χωριού τι συμβαίνει, για να πάρει την πληρωμένη απάντηση «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει».

της Ηρώς Κουνάδη 

* Τέτοιες και άλλες ενδιαφέρουσες ιστορίες για τις παροιμίες και τις φράσεις που όλοι χρησιμοποιούμε, θα βρείτε στο βιβλίο του Τάκη Νατσούλη «Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις» ,που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμυρνιωτάκη

Όταν η βασίλισσα της Αγγλίας ζήτησε από την Βρετανική Ακαδημία να της απαντήσουν γιατί οι τόσοι…σοφοί δεν προέβλεψαν τη φοβερή παγκόσμια κρίση, που άρχισε το 2008 από τις ΗΠΑ, 35 κορυφαίοι οικονομολόγοι συνυπέγραψαν μια απάντηση- δικαιολογία, που έλεγε ότι υπέπεσαν στο σφάλμα ότι :«οι παρατηρούμενες κρίσεις δεν θα συνεχιζόταν εις το διηνεκές, διότι το σύστημα είχε βρει μια μαγική φόρμουλα και πλουτισμού, αλλά και κοινωνικής ευημερίας».
Αυτά και άλλα πολλά αφηγείται στο βιβλίο «Παγκόσμιος Μινώταυρος»
ο οικονομολόγος καθηγητής Γιάννης Βαρουφάκης, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Είναι ένα βιβλίο 468 σελίδων, που συνδυάζει αφήγηση και οικονομία. Εικόνες και αριθμούς. Μύθο και ορθολογισμό. Λογοτεχνική γραφή με οικονομολογική ανάλυση. Προκαλώντας έτσι αναγνωστική απόλαυση, ακόμη και σε αυτόν που δεν συμφωνεί πάντα με το δόγμα του συγγραφέα, ο οποίος θεωρεί ότι αιτία του σημερινού κραχ είναι ο αδηφάγος Μινώταυρος των αμερικανικών ελλειμμάτων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί μια από τις τελευταίες ενότητες του βιβλίου με τίτλο «Δαναοί χρέη φέροντες». Λέει ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου, όταν το 2009 ζήτησε ανεπίσημα τη βοήθεια της ευρωζώνης ,εισέπραξε από την Μέρκελ τρία nein. (όχι). Nein στη διάσωση της Ελλάδας, nein στη μείωση των επιτοκίων, nein στην κήρυξη πτώχευσης του δημοσίου. Πρόκειται-τονίζει- για μοναδικά στην οικονομική ιστορία «όχι». Και μόνο όταν τον Μάιο του 2010 η παγκόσμια αγορά ομολόγων βρέθηκε σε μια κατάσταση παρόμοια με την πιστωτική ασφυξία του 2008, κάνοντας τους επενδυτές να πανικοβληθούν και να μην αγοράζουν τα πιο επισφαλή ομόλογα του κόσμου, οι ευρωπαίοι συμφώνησαν να χορηγήσουν στην Ελλάδα δάνειο ύψους 110 δις ευρώ, φοβούμενοι ένα χείμαρρο χρεοκοπιών.

Και ποιό ήταν το αντάλλαγμα γι’ αυτή την πρωτοφανή συμφωνία στα παγκόσμια χρονικά των δανείων; Υπαγωγή της χώρας υπό Τριμερή Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, με αυστηρή λιτότητα και υψηλό επιτόκιο. Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως οι δύο αυτοί όροι εξασφάλιζαν την αποτυχία του εγχειρήματος. Γιατί; Διότι, ο συνδυασμός αυτός κλείδωσε για τον επόμενο χρόνο τη χρεοκοπία του δημοσίου, αποτρέποντας τους επενδυτές, με αποτέλεσμα να οδηγείται η οικονομία σε συνεχή συρρίκνωση. Έτσι, αντί για τη στάση πληρωμών του δημοσίου τομέα – κάτι που, κατά τη γνώμη του, θα έφερνε την κάθαρση-προέκυψε η απόλυτη στάση επενδύσεων, η οποία έδωσε άλλη μια ώθηση στο φαύλο κύκλο της κρίσης και έκανε ακόμη πιο σίγουρη μια μελλοντική, και συνεπώς πιο επώδυνη, χρεοκοπία.

Η κρίση- τονίζει – θα συνεχίζεται έως ότου η Ευρώπη αποφασίσει να δράσει αποτελεσματικά εναντίον των πραγματικών αιτίων της κρίσης ,τα οποία δεν έχουν να κάνουν ούτε με το χρέος ούτε με την πειθαρχία, αλλά με τη λανθασμένη αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, που δεν μπορεί να πορεύεται όπως στην εποχή του οικονομικού κτήνους, του Παγκόσμιου Μινώταυρου: «η Ευρώπη θυμίζει τη θλιβερή εικόνα δύο εξαντλημένων κολυμβητών που αρπάζονται ο ένας από τον άλλον για να σωθούν, αλλά βυθίζονται και οι δύο γοργά προς το βυθό. Οι δύο κολυμβητές είναι τα ελλειμματικά κράτη της ευρωζώνης και το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα».

Υπάρχει λύση; Ναι, απαντάει ο συγγραφέας. Και προτείνει:

1.Ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος της ευρωζώνης για να συνεχίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να βοηθάει γενναιόδωρα τις τράπεζες ,ώστε να μη λειτουργούν ως τράπεζες -ζόμπι και ,όταν εξυγιανθούν, το ESFS μπορεί να πουλήσει τις μετοχές του σε ιδιώτες, επιστρέφοντας τα κεφάλαιά με τόκο στους φορολογούμενους.

2. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα να δράσει ως μοχλός που βοηθάει την ευρωζώνη να μειώσει το συνολικό δημόσιο χρέος των υπερχρεωμένων κρατών, δανειζόμενη από τις διεθνείς χρηματαγορές με δικά της εικοσαετή ομόλογα.

3. Θέσπιση Ανακύκλωσης των Πλεονασμάτων μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων με κεφάλαια της τάξης του 8% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, που θα επενδύονται σε επικερδή προγράμματα και θα κατευθύνονται σε ελλειμματικές περιοχές της ευρωζώνης.

Ο συγγραφέας ,καταλήγοντας, αιφνιδιάζει με τη θέση του: «Μόνο η Ουάσινγκτον διαθέτει αποθέματα ιστορικής μνήμης και θεσμικών εργαλείων για να επηρεάσει τους ανόητος ευρωπαίους να σταματήσουν την αποδόμηση της Ευρώπης»…

Ζητείται λοιπόν ένας σημερινός Θησέας της Οικονομίας…

Κώστας Μαρδάς

Τι κάνουν οι άνθρωποι με το φαγητό όταν καλούνται να ζήσουν υπό έκτακτες συνθήκες; Πώς μπορούμε να τα καταφέρουμε με το καθημερινό τραπέζι, όταν το λιγοστό χρήμα και η στέρηση έχουν περιορίσει δραστικά το βαλάντιό μας, επιβάλλοντας μια ριζική αλλαγή της διατροφικής μας κουλτούρας; Τα ερωτήματα είναι περισσότερο επίκαιρα από ποτέ στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων κι ένα βιβλίο από τα παλιά έρχεται ξαφνικά να μας θυμίσει την επινοητικότητα και τη φαντασία που θα πρέπει να επιστρατεύσουμε στην κουζίνα μας αν θέλουμε όχι μόνο να επιβιώσουμε, αλλά και να δώσουμε στις ξαφνικές μας δυσκολίες μιαν άλλη νότα: μιαν αναπάντεχη όσο και ιδιαίτερα ξεχωριστή νοστιμιά.
Ο Θέμος Ποταμιάνος ήταν ένας διακεκριμένος μάστορας της ευθυμογραφίας και δεν έχασε το κέφι και το αγωνιστικό του πνεύμα ακόμα και σε μιαν από τις πιο μαύρες ώρες της ελληνικής ιστορίας. Λίγο μετά τον λιμό της Αθήνας του 1941 και μερικούς μήνες πριν από την απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά, εν έτει 1943, ο Ποταμιάνος θα δημοσιεύσει ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Η μαγειρική των περιστάσεων» (το βιβλίο επανεκδόθηκε πρόσφατα από την Εστία με επίμετρο της Μαριάννας Καβρουλάκη).

Η μαγειρική των περιστάσεων είναι για τον Ποταμιάνο ένας οδηγός αντίστασης στη μιζέρια και την εξαθλίωση που έχει φέρει ο πόλεμος στην καθημερινή ζωή. Κόντρα στις υψηλές τιμές των τροφίμων και στα απλησίαστα εστιατόρια της Κατοχής, ο Ποταμιάνος θα ζητήσει από τους αναγνώστες του να φτιάξουν θαύματα από το τίποτε, καταφεύγοντας στις παραμελημένες ή παραγνωρισμένες ποιότητες των φτηνών υλικών, όπως και αποφεύγοντας να απομακρύνουν ή να πετάξουν από την κατσαρόλα και το τηγάνι τους το παραμικρό.

Προκειμένου να συμβεί, όμως, κάτι τέτοιο, θα σημειώσει με έμφαση ο Παταμιάνος, είναι απαραίτητο όχι μόνο το οικονομικό πνεύμα, που θα εξασφαλίσει επαρκέστερο φαγητό, αλλά και η πίστη του μάγειρα στην τέχνη του: μια τέχνη που παρά τα ταπεινά της μέσα μπορεί να μεγαλουργήσει με τις συνδυαστικές της ικανότητες και την πολεμική της ετοιμότητα απέναντι στο φάσμα της φτώχιας και της αποθάρρυνσης. Και να που η νέα μαγειρική του Ποταμιάνου θα μεταμορφώσει κατ΄αυτόν τον τρόπο το πλιγούρι και το ταχίνι σε βασιλιάδες της κουζίνας (πλιγούρι με σπανάκι, με λάχανο, με μελιτζάνες και με όσπρια ή σκορδαλιά με ταχίνι), θα βάλει τις τηγανίτες να στήσουν τρελό χορό με τις πατάτες (τηγανίτες με κρεμμύδια, με τσίρους, με αυγό, με σαλάμι και με μύδια και πατάτες με μελιτζάνες, με σέσκουλα και με σέλινα) και θα σερβίρει μπακαλιάρο με ρεβίθια, ρεβιδοκεφτέδες, σουβλάκια από φασόλια, σπαράγγια γιαχνί και ριγανάδα.

Μαζί με όλα αυτά ο Ποταμιάνος θα προσφέρει κι έναν «Οδηγό ψωνιστή»: πώς να βγούμε στην αγορά χωρίς να μας πιάσουν κορόιδα, αλλά και χωρίς να ξιπαστούμε με όσα νομίζουμε πως ξέρουμε, όταν πηγαίνουμε στον μανάβη κι ετοιμαζόμαστε να επιθεωρήσουμε τα προϊόντα του.

Οι διατροφικές και οι καταναλωτικές μας συνήθειες αλλάζουν, είτε μας αρέσει είτε όχι, με ραγδαίο ρυθμό και η γαστρονομία της λιτότητας την οποία προτείνει ο Ποταμιάνος δεν έχει τίποτε το δυσάρεστο ή το καταθλιπτικό. Ακόμα κι αν δεν εκτελέσουμε τις συνταγές του, μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε ως πηγή έμπνευσης για τις δικές μας συνθέσεις, τσιμπώντας κάτι από την αναφαίρετη αισιοδοξία τους.

INFO

O Θέμος Ποταμιάνος γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά το 1895 και πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 78 ετών. Σπούδασε στη Σχολή Δοκίμων και υπηρέτησε ως οικονομικός αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό, φτάνοντας στον βαθμό του αντιπλοιάρχου. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1917 και ένα μεγάλο μέρος του έργου του ασχολείται με τον κόσμο της θάλασσας, των ψαράδων, των ναυτικών, του βυθού και του ενάλιου πλούτου. Ασχολήθηκε εκ παραλλήλου με τη δημοσιογραφία, έγραψε θεατρικά έργα και βιβλία για παιδιά και χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ρεάλης. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του είναι τα «Τόπον εις τους τρελλούς και άλλα διηγήματα» (1928), «Ιστορίες ανοικτής θαλάσσης» (1934), «Εύθυμες ιστορίες» (1943), «Εδώ βυθός» (1950), «Στα ρηχά και τα βαθιά» (1955) και «Ο ψευτοθόδωρος» (1958).

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

«Ιστορίες ντροπής – Οι άνδρες, οι θρησκείες, οι νόμοι και η μοίρα των γυναικών». Ένα βιβλίο για την εξευτελιστική στάση ανδρικών συστημάτων, θρησκειών και καθεστώτων εις βάρος των γυναικών, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Ο συγγραφέας -δοκιμιογράφος Γιώργος Παμπούκης και οι εκδόσεις Πατάκης παραδίδουν στο ελληνικό κοινό ένα ιστορικό έργο για όσα τράβηξαν και τραβούν ακόμη (σε ισλαμικές κυρίως χώρες) οι
γυναίκες σύμφωνα με… καθιερωμένες αντιλήψεις , θεωρίες, έθιμα και νόμους, υπό τις ευλογίες μάλιστα των πάσης φύσεως εκκλησιών και κληρικών!

Από πού να αρχίσουμε και που να τελειώσουμε… Διαβάζουμε ότι ο Αριστοτέλης βλέπει τη γυναίκα ως «λειψό άνδρα», ο δε Φρόυντ επικεντρώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα στην επιθυμία του… πέους που της λείπει. Στη φεουδαρχική Ιαπωνία οι γυναίκες όχι μόνο απαγορευόταν να ανέβουν στο ιερό βουνό Φούτζι για να μην το μολύνουν, αλλά όσες δεν έκαναν παιδιά όφειλαν να αυτοκτονήσουν με την προτροπή του περίγυρού τους.

Στον Ηρόδοτο μαθαίνουμε ότι στη Βαβυλώνα κάθε νεαρή γυναίκα έπρεπε μια φορά το χρόνο να ενωθεί με έναν ξένο άνδρα μέσα στο ναό της Αφροδίτης εισπράττοντας το αντίτιμο.

Αν εξαιρέσει κανείς τις περιπτώσεις μητριαρχικών κοινωνιών στην Κρήτη και στην Σκυθία με τις Αμαζόνες και την ανοχή της ελευθεριότητας των εταίρων στην κλασική Ελλάδα, η τότε διανόηση είχε βαρβαρική προσέγγιση για αυτά τα αδύναμα όντα. Ο μέγας Πυθαγόρας δίδασκε πως τρία είναι τα κακά στοιχεία του κόσμου : » το χάος, τα σκότος και η γυναίκα». Ο Πλάτωνας δεν πήγαινε πίσω: «οι άνδρες είναι προφανώς ανώτεροι από τις γυναίκες και τα παιδιά» λέει στους » Νόμους». Από κοντά και ο Αριστοτέλης, ο οποίος στα » Πολιτικά» αποφαίνεται ότι «ο άνδρας έχει τη θέση του αφέντη και η γυναίκα τη θέση του εξαρτημένου». Πιο ξεκάθαρος ο Δημοσθένης αναφέρεται στη ρήση του Απολλόδωρου: «Τις εταίρες τις έχουμε για ηδονή, τις παλλακίδες για την περιποίηση του σώματος και τις συζύγους για την τεκνοποίηση».

Παρά την άνθηση της δημοκρατίας επί Περικλή , οι γυναίκες στην Αθήνα- σε αντίθεση με τα συμβαίνοντα στη Σπάρτη- δεν συμμετείχαν στις διαδικασίες του δήμου. Η δημοκρατία ήταν μια ανδρική υπόθεση… Και όχι μόνο αυτό. Η μητέρα δεν είχε δικαίωμα να κληροδοτήσει περιουσιακά στοιχεία σε άλλα πρόσωπα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις οι γυναίκες δεν αναφερόταν με το όνομά τους , αλλά με το όνομα του πλησιέστερου αρσενικού συγγενή.

Στην πορεία των αιώνων -τονίζει ο μελετητής- τα πράγματα βελτιώθηκαν επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όπου, αν μια ελεύθερη γυναίκα γεννούσε τρία παιδιά, μπορούσε να υπαχθεί σε ένα καθεστώς νομικής ανεξαρτησίας , οπότε δεν ήταν πλέον υποχρεωμένη κηδεμονεύεται από άνδρα.

Εκεί που η βία αποθεώνεται είναι σε ορισμένα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Στο «Δευτερονόμιο» προβλέπεται τι πρέπει να γίνει αν μια νεαρή δεν βρεθεί από τον γαμπρό παρθένα: «… λιθοβολήσουσιν αυτήν εν λίθοις και αποθανείται». Στο «Λευιτικό» η μοιχεία τιμωρείται επίσης με λιθοβολισμό. Εδώ υπάρχει… «πρόοδος», καθώς λιθοβολείται και ο άνδρας μοιχός…

Ο Μωάμεθ μέσα από το Κοράνι θεσμοθέτησε δικαιώματα των γυναικών, όπως ήταν η ιδιοκτησία, η προίκα, η βασική μόρφωση, η δυνατότητα διαζυγίου, η μη θανάτωση των θηλυκών βρεφών, διατήρησε όμως τον εβραϊκό λιθοβολισμό των μοιχών απαιτώντας, πάντως, τέσσερεις μάρτυρες! Και ναι μεν ο ισλαμικός νόμος προβλέπει θάνατο και στο βιαστή, όμως πολύ σπάνια εφαρμόζεται.

Ο χριστιανισμός -επισημαίνει ο συγγραφέας- γρήγορα οδηγήθηκε σε ανδροκρατικό σύστημα παρ΄ότι ο Ιησούς στην ακολουθία του είχε γυναίκες, κάτι επαναστατικό για την εποχή εκείνη. Οι μετέπειτα κήρυκες του Χριστιανισμού στη Δύση διακρίνονταν από ένα είδος μισογυνισμού. Ο Ιερός Αυγουστίνος δίδασκε ότι η θηλυκότητα που αποπνέει το σώμα της γυναίκας αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη του πνεύματός της, άρα η κατωτερότητά της ήταν εκ γενετής. Ο Θωμάς Ακινάτης ισχυριζόταν ότι ο Θεός έσφαλε δημιουργώντας τη γυναίκα , με αποτέλεσμα να εμφανισθεί ένα υποδεέστερο ον.

Όλα αυτά έφεραν την Ιερά Εξέταση που στον μεσαίωνα οδήγησε στο κάψιμο πολλές γυναίκες με την κατηγορία ότι είναι μάγισσες – όργανα του σατανά.

Και με την Εκκλησία να διοργανώνει στις πλατείες τη φρικτή αυτή διαδικασία, ενώ το κοινό παρακολουθούσε κάνοντας το σταυρό του.

Μεταξύ άλλων, το βιβλίο επικαλείται έρευνα επιτροπής του ΟΗΕ για τη μοίρα των Πακιστανών γυναικών. Στη μουσουλμανική αυτή χώρα περίπου 300 γυναίκες φονεύονται κάθε χρόνο με άγριο τρόπο από τον άνδρα, τον αδερφό, το γιό. Αιτία; Εντελώς αόριστοι λόγοι τιμής που αφορούν την οικογένεια η και τη φυλή .

Το βιβλίο συγκλονίζει κάνοντας τον αναγνώστη να σκεφθεί πως, παρά την αναμφισβήτητη κατίσχυση της ισότητας ,ειδικά στο δυτικό κόσμο, μεγάλο μέρος του πλανήτη αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως χρηστικό αντικείμενο… «Κανονικά και με το νόμο»!

Κώστας Μαρδάς

Το τρίτο βιβλίο της, ιστορικού περιεχομένου, που με φόντο τη Θεσσαλονίκη ξετυλίγει τα σημαντικότερα γεγονότα της σύγχρονης Ελλάδας από το 1917 έως το 1978, παρουσίασε χθες στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου η Βρετανίδα συγγραφέας Βικτόρια Χίσλοπ.

Η Βικτόρια Χίσλοπ παρουσίασε στον Άγιο Νικόλαο, τον τόπο απ’ όπου ξεκίνησε «Το Νησί», το βιβλίο της με τίτλο «Το Νήμα», που αναφέρεται στη Μικρασιατική Καταστροφή, στη γερμανική κατοχή, στον εμφύλιο πόλεμο και μπλέκει τους
μύθους των προσώπων σε αυτές τις στιγμές της ελληνικής ιστορίας.
Με συντονίστρια τη φιλόλογο Μαρία Κωστάκη, μίλησαν οι φιλόλογοι-αρχαιολόγοι Λίζα Χρυσικοπούλου και Μαρία Χατζηπαναγιώτη, αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασαν ο Μανώλης Σγουρός, η Μαριάνθη Μενεγάκη, ενώ τραγούδια που αναφέρονται σε εκείνη την περίοδο τραγούδησε η μουσικός Ξανθούλα Πορφυράκη.

Ο δήμαρχος Αγίου Νικολάου, Δημήτρης Κουνενάκης, τίμησε τη συγγραφέα με το βιβλίο της πόλης του Αγίου Νικολάου και μεταξύ άλλων τόνισε ότι θα ήταν ευτύχημα «αν και άλλοι, όπως η συγγραφέας, εμπνέονταν το ίδιο θετικά για την πατρίδα μας, ιδιαίτερα αυτοί που την κυβερνούν».

Τέλος, την ευχαρίστησε γιατί αποτελεί «ένα διαβατήριο που το έχουμε ανάγκη σε πολύ δύσκολες για τους Έλληνες συνθήκες, ώστε να δουν και οι άλλοι ότι η Ελλάδα έχει και άλλα πράγματα να δείξει, ότι δεν είναι όλα αρνητικά».

του Γ. Μυσιρλάκη

1kzntΤο βιβλίο «Μαμά, Μπαμπά δε με κοιτάξατε και χάθηκα» της Αγγελικής Μπολουδάκη, Ειδικού Ψυχικής Υγείας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αραξοβόλι.
Απευθύνεται σε γονείς που επιθυμούν να διερευνήσουν πώς τα μηνύματά τους διαπερνούν τον ψυχισμό των παιδιών τους, μορφοποιούν την εικόνα τους και υφαίνουν την προσωπικότητά
τους και σε όσους νοσταλγικά επιστρέφουν στην παιδική τους ηλικία, για να αναζητήσουν απαντήσεις στους γρίφους τους, που περιμένουν καρτερικά να γίνουν εικόνες γεμάτες με σύμβολα, άρωμα και ζωή.
Το βιβλίο εστιάζεται επίσης στις δύσκολες σελίδες της παιδικής ηλικίας ενός γονιού που διαμορφώνουν ένα ψυχισμό ευάλωτο, ο οποίος αναπαράγει τις συμπεριφορές που υπέστη. Ένας φαύλος κύκλος επανάληψης κάνουν το βιβλίο της ζωής του δυσανάγνωστο με τα τραύματα ανοιχτά να γυρεύουν ίαση μέσα από ερωτηματικά, διλλήματα, φόβους, ανασφάλειες, που τον στοιχειώνουν και τον κρατούν έγκλειστο τους.
Η μόνη διέξοδος είναι η επαφή με την αλήθεια, ο αποχαιρετισμός σε ό,τι έκλεισε τον κύκλο του, η αποδοχή ενός εαυτού που απομακρύνεται από λάθος μηνύματα που τον προσδιόρισαν και το καλωσόρισμα ενός καθρέφτη που απεικονίζει ένα πρόσωπο τυλιγμένο με το χάδι της ζωής, το οποίο αγκαλιάζει το δικό του παιδί αγαπώντας το.